ΔΕΝ υπάρχουν ΜΑΡΜΑΡΑ του Παρθενώνα!
Τους τελευταίους μήνες, μετά τα εγκαίνια του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης και την προσπάθεια που κάναμε ως τοπική ομάδα του cafebabel στην Αθήνα να ανοίξουμε το ζήτημα της επανένωσης των μνημείων της Ακρόπολης σε ένα ευρωπαικό περιοδικό, σκεφτόμουν τι θα έπρεπε να επισημάνουμε απο τη δική μας πλευρά ώστε να δωθεί μια νέα διάσταση στο ζήτημα. Θα έπρεπε να γράψουμε για το πού θα έπρεπε τα γλυπτά να βρίσκονται; Θα έπρεπε να υποστηρίξουμε γιατί πρέπει ή δεν πρέπει να επιστρέψουν στην Αθήνα;
Μυριάδες άρθρων και τόνοι μελάνης έχουν καταναλωθεί για να καλυφθούν τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών και παρόλα αυτά ελάχιστοι έχουν κατανοήσει τη βαθύτερη ουσία του προβλήματος.
Αρχικά ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: Τα μάρμαρα του Παρθενώνα δεν είναι μάρμαρα. Ούτε γλυπτά. Οι Έλληνες ήταν τόσο σοφοί ώστε να φτιάξουν μια τέτοια γλώσσα ικανή να μπορεί να διακρίνει ακόμη και τις πιο μικρές αλλά ποιοτικές διαφοροποιήσεις που κάθε τι εκπροσωπούσε. Αυτός είναι και ο λόγος που ονόμασαν αυτά τα αριστουργήματα της γλυπτικής, αγάλματα. Η λέξη ''μάρμαρο'' προσδιορίζει τη φύση του υλικού που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή τους. Η λέξη ''γλυπτό'' εκφράζει την ανθρώπινη τέχνη που σμίλεψε το μάρμαρο και το μεταμόρφωσε. Όμως η λέξη ''άγαλμα'' ήρθε να διακρίνει το σκοπό της ύπαρξης αυτών των γλυπτών, ο οποίος είναι μεταφυσικός. Η λέξη προέρχεται απο το ρήμα ''αγάλλομαι'' και εννοεί την αγαλλίαση της ψυχής.
Όμως γιατί επέλεξαν αυτή τη λέξη; Μπροστά σε τί αγάλλεται η ψυχή;
Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση, ειναι αυτή που διαφοροποιεί ποιοτικά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική κοσμοθεωρία και στάση ζωής. Είναι ο ελληνικός τρόπος αντίληψης του κόσμου και του εαυτού μας μέσα σε αυτόν. Οι Έλληνες δεν έφτιαξαν αυτά τα αριστουργήματα για να επιδείξουν στον κόσμο τις ικανότητές τους. Ούτε για να δείξουν σε ένα παγκόσμιο context τα γλυπτά τους και να μπορούμε εμείς σήμερα να τα αντιπαραβάλλουμε με άλλα, διαφορετικών πολιτισμών (όπως υποστηρίζει το Βρετανικό Μουσείο για να μην τα επιστρέψει). Ο λόγος κατασκευής τους ήταν καθαρά μεταφυσικός. Η αγαλλίαση που προκαλούν στην ψυχή είναι γιατί εκπροσωπούν αυτό που είναι ''όντως υπαρκτόν''. Νομίζουμε εμείς σήμερα, οτι όταν ο αρχαίος καλλιτέχνης ήθελε λ.χ. να φτιάξει τον Ερμή ή την Αφροδίτη ή τον Δία, οτι χρησιμοποιούσε ένα μοντέλο στο ατελιέ του το οποίο αποτύπωνε στο μάρμαρο. Δεν είναι έτσι όμως. Σε αντίθεση με την κατ' ευφημισμόν ''Αναγέννηση'', η αρχαιότητα προσπαθεί να αποτυπώσει τη φύση μέσα απο την αφαίρεση. Ο καλλιτέχνης προσπαθεί να αφαιρέσει απο το δημιούργημα ότι είναι περιστασιακό γνώρισμα. Θέλει να μεγεθύνει τα χαρακτηριστικά εκείνα που αναλλοίωτα ειδοποιούν, αυτά που κάνουν κάθε άνδρα να είναι άνδρας, κάθε γυναίκα να είναι γυναίκα κτλ. Ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός δεν θέλει να εντυπωσιάσει. Οι Έλληνες δεν επιθυμούν να προσθέσουν τίποτε περιττό και διακοσμητικό.
Άραγε αναρωτήθηκε ποτέ κανείς μας, ποιο στοιχείο - αν υπάρχει- διαφοροποιεί και κάνει σπουδαιότερο τον Παρθενώνα από τον Πύργο του Αίφελ ή το Big Ben ;
Δεν είναι η εποχή που κατασκευάστηκε, ούτε τα μέσα με τα οποία δημιουργήθηκε. Αν ανεβείτε στην Ακρόπολη των Αθηνών και σταθείτε μπροστά στον Παρθενώνα θα παρατηρήσετε εύκολα ότι το κτήριο δεν είναι καθόλου εντυπωσιακό. Τίποτε το περιττό, τίποτε το διακοσμητικό, όχι κορινθιακοί κίωνες αντί δωρικών. Τίποτα παρά η γύμνια του κτηρίου. Αυτή είναι η αποκάλυψη της ελληνικής τέχνης. Ο Παρθενώνας είναι σπουδαιότερος απο τα άλλα μνημεία γιατί ακτινοβολεί τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αντιλαμβάνονταν τον κόσμο - ενα κόσμο μέσα στην αρμονία που διέπεται απο λογικές σχέσεις. Αυτό το ιδανικό είναι εμποτισμένο σε κάθε έκφανση του αρχαίου ελληνικού βίου - απο τον Παρθενώνα στην τραγωδία και από τη γλώσσα στη δημοκρατία. Αυτό το ιδανικό εκπροσωπούν τα αγάλματα του Παρθενώνα.
Πραγματικά, θα με εντυπωσίαζε αν έστω ένας ανάμεσα στα εκατομμύρια των τουριστών που επισκέπτονται την Ακρόπολη των Αθηνών και το Βρετανικό Μουσείο μπορούσε να κατανοήσει αυτή την αποκάλυψη, αντί απλά να τραβά φωτογραφίες. Θα με εντυπωσίαζε αν μπορούσαμε εμείς ή ακόμα και οι Βρετανοί να το κατανοήσουν. Η επιστροφή αυτών των πανέμορφων αγαλμάτων στον τόπο που δημιουργήθηκαν δεν είναι μια ρομαντική πρόταση. Δεν σημαίνει οτι εμείς οι Νεοέλληνες έχουμε καμία απολύτως αποκλειστικότητα επάνω στην αρχαία κληρονομιά. Είναι απλά, ο ελάχιστος φόρος τιμής που πρέπει να αποδώσουμε ώς ανθρωπότητα σε ένα μνημείο και ένα πολιτισμό που σημάδεψαν την πορεία του κόσμου για αιώνες. Ας ελπίσουμε οτι μια μέρα σαν κοινωνία θα θέσουμε τις ίδιες προτεραιότητες με αυτούς τους ανθρώπους. Μέχρι τότε απλά θα χάσκουμε μπροστά στα αγάλματα, χωρίς καν να κατανοούμε το λόγο...










Comments
Ένα σχόλιο σχετικά με το άρθρο: Το οτι ο Παρθενώνας δεν είναι εντυπωσιακός είναι παραδοχή εξ ορισμού αμφιλεγόμενη για τον ουσιαστικό λόγο οτι πάντα τα χαρακτηριστικά μιας εικόνας μεγεθύνονται ή μικραίνουν σε σχέση με αυτόν που την βλέπει. Επομένως είναι παρακινδυνευμένο να θεωρούμε ως κάτι το μη εντυπωσιακό τον Παρθενώνα και πόσο μάλλον για τον λόγο που παραθέτεις: οτι δηλαδή δεν υπάρχει τίποτε το περιττό, τίποτε το διακοσμήτικό, ούτε κορινθιακοί κίωνες, παρα μόνο η γύμνια του κτιρίου. Η εικόνα του πως ήταν ο Παρθενώνας πρίν απο 2.500 χρόνια δεν έχει καμία σχέση με την σημερινή. Αν έμενε ανέπαφος μέχρι σήμερα ίσως να ταυτιζόταν και με το λεγόμενο κίτς όσον αφορά την επιλογή των χρωμάτων και των πρόσθετων αντικειμένων που υπήρχαν είτε στην εξωτερική επιφάνεια είτε στο εσωτερικό του ναού. Η γύμνια του κτιρίου είναι προιον αλλεπάλληλων καταστροφών ανα τους αιώνες και οχι πραγματική πρόθεση των αρχιτεκτόνων και του γλύπτη. Συμφωνώ σχετικά με τους δωρικού ρυθμού κίονες. Όντως προσδίδουν μεγαλύτερη απλότητα αλλά παράλληλα και μεγαλύτερο βάρος στο κτίριο.
Για το θέμα του εντυπωσιασμού στον αρχαία ελληνική τέχνη, η άποψη μου είναι αντίθετη με αυτήν που παρατίθεται στο άρθρο: οι αρχαίοι Έλληνες ήθελαν όντως να εντυπωσιάσουν αλλά με διαφορετικό τρόπο απότι προσπαθούμε σήμερα μέσα απο την πόπ κουλτούρα. Ήθελαν να εντυπωσιάσουν μέσα απο την απλότητα και την καθαρότητα της τέχνης τους, μέσα απο την πιστή απεικόνιση ενός προτύπου που είχαν στο νου τους. Και δεν ήθελαν πρωτίστως να εντυπωσιάσουν και να αγαλλιάσουν τους εαυτούς τους ή τους θεατές των έργων τους αλλά τους θεούς στους οποίους αποσκοπούσαν τα έργα τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε οτι τα αγάλματα των μετώπων του Παρθενώνα έχουν καλλιτεχνηθεί αρτίως και ολοκληρωτικά και στην πίσω όψη τους, την όψη δηλαδή που οι άνθρωποι δεν έχουν την δυνατότητα να δουν παρα μόνο οι θεοί....Η αίσθηση του να δημιουργείς κάτι το τέλειο που στην συνέχεια θα το αφιερώσεις στον θεό (και στην συγκεκριμένη περίπτωση στην Αθηνα) ήταν αυτό που πραγματικά έκανε τους Αθηναίους δημιουργούς να αγάλλονται, απο τον τελευταίο κεραμοποιό μέχρι τον καλλίτερο γλύπτη της πόλης..