Πώς ξεκίνησε η ενασχόληση σας με το θέατρο;

ΤΑΤΙΑΝΑ ΚΙΡΧΟΦ.:«Πρώτη φορά συμμετείχα σε πρόβα και σε παράσταση στην 5η δημοτικού. Η μητέρα μου είχε ακούσει για τη θεατρική ομάδα του δήμου και αποφάσισε να με στείλει. Εμένα στην αρχή δε μου άρεσε καθόλου γιατί περνούσα ατέλειωτες ώρες κάθε Σάββατο. Όταν αποφασίσαμε ποιο έργο θα ανεβάσουμε, όταν μοιράστηκαν οι ρόλοι και ξεκίνησε η επί της ουσίας πρόβα, τότε άρχισε να με ιντριγκάρει. Μέσα σε λίγες εβδομάδες περίμενα να έρθει το Σάββατο! Συνέχισα να συμμετέχω στη θεατρική ομάδα του σχολείου μου μέχρι και τη Γ’Λυκείου. Ανεβάζαμε παραστάσεις κάθε χρόνο στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Μάλιστα, τα 6 χρόνια του Γυμνασίου και Λυκείου που ήμουν στο Αρσάκειο Ψυχικού και είχαμε σκηνοθέτη το Δημήτρη Λιγνάδη καταπιανόμασταν με μεγάλα έργα (Μήδεια, Οιδίποδας Τύρρανος κ.ά.) και εκεί νομίζω ήρθε και η απόφαση για να ασχοληθώ πραγματικά με το θέατρο. Η επαφή με αυτά τα κείμενα στάθηκε η αφορμή για να αποφασίσω ότι θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο».

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ.: Η ενασχόλησή μου με το θέατρο ξεκίνησε λίγο περίεργα. Ήταν μία αντίδραση προς την κοπέλα μου εκείνη την περίοδο, η οποία είχε αρχίσει να ασχολείται και την κορόιδευα. Μπήκα στο χώρο για να της μπω στο μάτι και τελικά κόλλησα!

 

ΠΕΝΥ ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ.: Από μικρή,ονειρευόμουν να γίνω ηθοποιός και έτσι συμμετείχα σε όλες τις παραστάσεις της θεατρικής ομάδας του σχολείου μου. Όταν αποφοίτησα πήγα στη Δραματική σχολή του Βασίλη Διαμαντόπουλου για να υλοποιήσω το όνειρό μου.



Είναι η πρώτη φορά που ασχολείστε επαγγελματικά με το θέατρο; 

 Α.ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ.: Όχι, έχω συμμετάσχει ακόμα σε 3 επαγγελματικές παραστάσεις. Στο «LaVie» του Γιάννη Παπαθανασίου, ενός νέου ηθοποιού και σκηνοθέτη, στο «Γκρης Ηλέβεν» του Γιώργου Νανούρη και στο «Έρωτας και Ραδιουργία» του Αλέξανδρου Κοέν.

 

Π.ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ.: Όχι.Το καλοκαίρι του 2007,τελειώνοντας το πρώτο έτος της σχολής,συμμετείχα στην παράσταση  " Άμλετ ο Β' " στο Θέατρο Πάρκ στο πλευρό του Βλ.Κυριακίδη και της Έφης Μουρίκη.Ακολούθησε η συμμετοχή μου μαζί με την ομάδα Νετρόνιο στο 3ο ΑRTogether Festival το καλοκαίρι του 2010 με την ίδια παράσταση που ανεβάζουμε και τώρα και παράλληλα την ίδια χρονιά συμμετείχα και στην θεατροπαιδαγωγική παράσταση "Το τέλειο πάρκο και το δέντρο που ήρθε από μακριά" σε συνεργασία με το Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση στην οποία συνεχίζω και φέτος.

Τ.ΚΙΡΧΟΦ. : «Ναι. Και το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι ενώ το θέατρο ήταν και είναι η μεγαλύτερή μου αγάπη, έχω κάνει κινηματογράφο και τηλεόραση και θέατρο έκανα τελευταία».


Με ποιο κριτήριο επιλέγετε έναν ρόλο;

 Π.ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ.: Καταρχάς βλέπω αν μου αρέσει το έργο σαν σύνολο διαβαζοντάς το.'Επειτα θεωρώ σημαντικό να με ελκύει ο ρόλος και τα χαρακτηριστικά του προσώπου που θα υποδύομαι καθώς επίσης και το κατά πόσο κρίνω πως μπορώ εγώ ως ηθοποιός να προσφέρω το μέγιστο στην ερμηνεία του.


 Α.ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ.: Αρχικά κοιτάζω να μου αρέσει το έργο. Έπειτα βλέπω τι μπορεί να μου δώσει ένας ρόλος και τι μπορώ εγώ να προσφέρω σε αυτόν. Δηλαδή, κοιτάζω  αν μέσω του ήρωα που καλούμαι να υπηρετήσω έχω να πω πράγματα και να βρω και πράγματα για τον εαυτό μου. Να δώσω ένα κομμάτι μου και τον τρόπο που βλέπω και αντιμετωπίζω εγώ τη ζωή.

Τ.ΚΙΡΧΟΦ. : «Προσωπικά είχα τη χαρά να ανεβάσω το δικό μου έργο στο θέατρο, οπότε η επιλογή του ρόλου δεν έγινε με βάση κάποιο κριτήριο, γιατί ο αρχικός μου στόχος ήταν η συγγραφή και όχι τόσο το υποκριτικό κομμάτι. Γενικότερα, μπορώ να σου πω ότι έχω μια μεγάλη αγάπη για τα κλασικά κείμενα. Για μένα αποτελεί εγγύση ο συγγραφέας. Οι ρόλοι που έχουν γράψει ο Τσέχωφ, ο Στρίντμπεργκ, ο Ευριπίδης, ο Σοφοκλής, ο Πίντερ αποτελούν για μένα το κριτήριο. Ο ρόλος είναι μια προσωπικότητα από μόνος του. Όσο λοιπόν καλύτερα τον έχει δημιουργήσει ο συγγραφέας, τόσο πιο γοητευτικός είναι».


Πως προέκυψε η συνεργασία σας;Πως ήρθατε σε επαφή και πως καταφέρατε να "δέσετε" τόσο σωστά μεταξύ σας;

Τ. ΚΙΡΧΟΦ: «Με την Πένυ γνωριζόμασταν από τη δραματική σχολή του Βασίλη Διαμαντόπολου ήμασταν συμμαθήτριες. Ήταν από τα άτομα που θαύμαζα το ταλέντο τους, ήδη από τα χρόνια της σχολής. Όταν έγραψα την εξίσωση Boltzmann μου ήρθε κατευθείαν η Πένυ στο μυαλό. Για τα δικά μου δεδομένα η Πένυ αποτελεί μια άριστη συνεργάτιδα. Εκτός από το είναι ένα ταλαντούχο πλάσμα, συνδυάζει μια θετική και δημιουργική ενέργεια και ταυτόχρονα έναν επαγγελματισμό και μια συνέπεια. Αυτά είναι τα κριτήρια της καλής συνεργασίας για μένα. Όταν κλείσαμε λοιπόν με την Πένυ αναζητούσαμε έναν άντρα. Μια φίλη μου που ήξερε τι ζητάω από τους συνεργάτες μου μού πρότεινε τον Αλέξανδρο. Βγήκαμε, συναντηθήκαμε, γνωριστήκαμε, ταιριάξαμε. Για μένα ο Αλέξανδρος είναι μια έκπληξη όχι μόνο για όσα προσφέρει ως ηθοποιός στο έργο, αλλά γιατί απέκτησα έναν καινούργιο φίλο. Νομίζω, η κοινή μας οπτική και αισθητική μας βοήθησε στο να αποκτήσουμε γρήγορα χημεία. Θεωρώ επίσης ότι η κοινή μας φιλοσοφία ότι κάνουμε θέατρο επειδή το αγαπάμε, χωρίς ανταγωνισμούς μεταξύ μας, χωρίς δεύτερες σκέψεις για τον άλλον μας ένωσε σαν ομάδα».

 

 Π.ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ: Με την Τατιάνα Κίρχοφ ήμασταν συμφοιτήτριες στη σχολή και μας συνέδεε φιλία.Η αμοιβαία εμπιστοσύνη και τα κοινά μας γούστα,μας οδήγησαν στη συνεργασία αυτή.Με το που διάβασα το κείμενό της δέχτηκα αμέσως την πρόταση.Με τον Αλέξανδρο Τσελεπιδάκη γνωριστήκαμε μέσω κοινών γνωστών στα πλαίσια της συμμετοχής μας στην παράσταση "Εξίσωση Βoltzmann".Όσο για το πώς καταφέραμε να δέσουμε μεταξύ μας,πιστεύω πως καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι κοινοί μας κώδικες.

 

Α.ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ: Η συνεργασία μας προέκυψε από το facebook. Μία κοινή γνωστή δική μου και της Τατιάνας με πρότεινε, η Τατιάνα μου έστειλε ένα μήνυμα που μου γνωστοποιούσε το ενδιαφέρον της και κάπως έτσι πήρα το κείμενο. Μετά ακολούθησε μια συνάντηση που για μένα ήταν καθοριστική. Γενικότερα, το πρώτο feeling είναι πολύ σημαντικό στις συνεργασίες μου. Ένιωσα πως θα υπήρχε χημεία και με την Πένυ και με την Τατιάνα και τελικά δέσαμε τέλεια και πάνω στη σκηνή αλλά και εκτός αυτής μπορώ να πω!

Τατιάνα, πες μου λίγα λόγια για το έργο; Ποια η υπόθεση του;Πότε ξεκίνησες να το γράφεις; 

«Με αφορμή το 3ο Artogetherfestival που έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 2010 έψαχνα να βρω ένα κείμενο με λίγους χαρακτήρες που να διαρκεί 40’, γιατί τόσο ήταν το χρονικό όριο που μας ζητούσε το φεστιβάλ. Ζήτησα τη βοήθεια της καθηγήτριάς μου κα. ΄Έφης Μουρίκη, η οποία επειδή γνώριζε ότι γενικά γράφω μου πρότεινε να γράψω κάτι δικό μου από το να ψάχνω ήδη παιγμένα κείμενα. Μου λέει έχεις καμιά ιδέα να γράψεις; Της λέω ναι, αλλά στο κεφάλι μου, δεν έχω γράψει κείμενο. Ωραία μου είπε γράψτο! Έτσι και ξεκίνησα να γράφω τα κείμενο τον Απρίλη του 2010! Την ιδέα όμως την είχα από τον Ιανουάριο του 2010, απλά την επεξεργαζόμουν, δεν είχα γράψει το κείμενο. Σχετικά με την υπόθεση: 2 άνθρωποι πεθαίνουν πριν από έναν χρόνο ξαφνικά. Δε συνδέονται μεταξύ τους. Ωστόσο, τους δίνεται η ευκαίρια να επιστρέψουν στη γη για έναν ολόκληρο χρόνο σε έναν άνθρωπο που θα επιλέξουν εκείνοι, με σκοπό να του πουν όσα δεν πρόλαβαν, να του αποκαλύψουν μυστικά και να περάσουν μαζί του έναν χρόνο, όσο του στέρησαν δηλαδή με τον ξαφνικό τους θάνατο.  Το πρόβλημα είναι ότι δεν επιστρέφουν ως άνθρωποι, αλλά ως αντικείμενα που αλλάζουν όταν αλλάζουν και οι εποχές».

Περιγράψτε μου τους χαρακτήρες που ενασαρκώνετε. Συναντήσατε κάποιες ερμηνευτικές δυσκολίες όσο αναφορά τον ρόλο σας;

Τ. ΚΙΡΧΟΦ:«Διατηρήσαμε τα ονόματά μας στο έργο, οπότε ερμηνεύω το ρόλο της Τατιάνας. Η Τατιάνα πέθανε από δηλητηρίαση πριν από ένα χρόνο στη διάρκεια μιας οντισιόν. Πεπεισμένη ότι την δολοφόνησε η εχθρός και αντίζηλός της Πένυ αποφασίζει να επιστρέψει σε εκείνη με σκοπό να πάρει εκδίκηση για τη δολοφονία της. Τα πράγματα βέβαια περιπλέκονται κατά τη διάρκεια του έργου. Νομίζω ότι όλοι όσοι έχουν γράψει ένα κείμενο και το έχουν παίξει συναντάνε τις λιγότερες δυσκολίες, γιατί έχουν στο μυαλό τους μια φόρμα και μια κατεύθυνση, αλλά παράλληλα νομίζω ότι αυτή είναι και η μεγαλύτερη παγίδα γιατί είναι σαν να αυτοπεριορίζεσαι κάπως.».

 Α.ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ: Ο ρόλος μου είναι ένας σύγχρονος νέος άντρας, ο οποίος έχει μια καλή δουλειά, μια εικονικά τέλεια οικογένεια, ένα τέλειο status και lifestyle και εν τέλει μια στρωμένη  ζωή και μια άψογη προς τα έξω εικόνα. Ο ξαφνικός του θάνατος και κυρίως η δυνατότητα που του δίνεται να επιστρέψει στη ζωή για έναν χρόνο, τον κάνει να δει τα πράγματα διαφορετικά. Να αναθεωρήσει για τη συμπεριφορά του και να καταλάβει το ουσιαστικό νόημα της ζωής. Γενικά έχω ταυτιστεί με αυτόν τον χαρακτήρα ως προς το πώς βλέπει τη ζωή επιστρέφοντας! Είναι σαν το καμπανάκι που μου έλειπε, όταν τρέχω, γκρινιάζω, βρίζω και λέω πως η ζωή μου δεν πάει καλά! Οι ερμηνευτικές δυσκολίες ήταν κυρίως στην κινησιολογία των αντικειμένων.

 

Π.ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ: Ο ρόλος μου στην παράσταση είναι ο μόνος ρεαλιστικός, δηλαδή σε αντίθεση με τους συμπρωταγωνιστές μου ενσαρκώνω έναν άνθρωπο εν ζωή.Η Πένυ, είναι μια κοπέλα που στο παρελθόν έχασε σύζυγο και αντίζηλο και τώρα καλείται να ζήσει ένα χρόνο μαζί τους,όχι πια ως υπαρκτά πρόσωπα αλλά ως αντικείμενα της καθημερινότητάς της.Ο ρόλος αυτός δεν μπορώ να πω πως με δυσκόλεψε καθώς συνάντησα σ'αυτόν πολλά στοιχεία του δικού μου χαρακτήρα τα οποία αναπτύσσοντάς τα με βοήθησαν στην εξέλιξή του.



Η παράσταση εμπεριέχει και διαδραστικό χαρακτήρα. Με δεδομένο αυτό πόσο δύσκολη είνα η σκηνοθεσία;

Τ.ΚΙΡΧΟΦ: «Δε νομίζω ότι η παράσταση έχει διαδραστικό χαρακτήρα, καθότι σε καμιά σκηνή του έργου δεν απευθυνόμαστε στο κοινό, ούτε το κοινό συμμετέχει σε καμιά φάση του έργου. Το μόνο διαδραστικό κομμάτι, αν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι, είναι ότι η αφαιρετικότητα των σκηνικών προτρέπει αυτόματα τους θεατές να φτιάξουν την εικόνα μόνοι τους, να δημιουργήσουν εκείνοι την ατμόσφαιρα. Και αυτό το κομμάτι είναι από τα αγαπημένα μου γι αυτό και επέμεινα τόσο πολύ στη μη νατουραλιστική σκηνοθεσία. Μου αρέσει η σκέψη ότι δημιουργούμε μαζί με τον άγνωστο κόσμο κοινές εικόνες και συγκινούμαστε μέσα από αυτές. Αυτή κατά τη γνώμη μου είναι και η πιο ουσιαστική επαφή μου με τον κόσμο. Και το μόνο αν θες «διαδραστικό» κομμάτι με το κοινό».

 Α.ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ: Δεν θα έλεγα πως είναι τόσο διαδραστικό. Είναι κάτι χτισμένο που απλώς βασίζεται στο feedback που έχουμε από το κοινό! Η μεγαλύτερη δυσκολία στη σκηνοθεσία είναι η όσο περισσότερο πιστή μετάδοση προς το κοινό των αντικειμένων που υποδυόμαστε!

Τατιάνα από την παράσταση διαχέεται έντονα το μεταφυσικό στοιχείο. Είχες πάντα τέτοιες ανησυχίες;Πόσο σε απασχολεί αυτό;

Τ.ΚΙΡΧΟΦ: «Όταν έχεις χάσει αγαπημένα σου πρόσωπα τα συναντάς παντού στην καθημερινότητά σου. Στο βλέμμα ενός ανθρώπου που μπορεί να σου θυμίζει το αγαπημένο σου πρόσωπο, στο άκουσμα ενός τραγουδιού που κάποτε τραγουδούσατε μαζί. Όταν πρωτομπήκα στο σπίτι που μένω τώρα, που είναι του παππού μου και της γιαγιάς μου, η συγκάτοικός μου χρησιμοποιήσε ένα σαπούνι που χρησιμοποιούσε ο παππούς μου όταν ξυριζόταν. Η ίδια μυρωδιά με τότε. Δεν περίμενα ποτέ να ξαναμυρίσω το ίδιο άρωμα, να μου ξαναέρθουν όλες αυτές οι αναμνήσεις. Οι άνθρωποι που έχουμε χάσει ζουν ανάμεσά μας. Όχι, δεν πιστεύω στη μεταφυσική, ούτε στη μετανσάρκωση, ούτε στο θεό. Πιστεύω στη ζωή. Πιστεύω στη φύση. Πιστεύω στο πόσο απρόβλεπτα μπορεί να είναι τα πράγματα, πόσο μη ελεγχόμενα, πόσο υπεράνω μας. Αυτό είναι η ζωή».


Τι είναι η εξίσωση Boltzmann και πως προέκυψε αυτός ο τίτλος;

Τ.ΚΙΡΧΟΦ: «Η εξίσωση Boltzmann είναι υπαρκτή και σχετίζεται με την εντροπία. Τα πράγματα στη φύση έχουν μια συνέχεια. Η ζωή κινείται κυκλικά και συνεχόμενα. Η εξίσωση έχει τη σταθερά του Boltzmann, όπως σταθερός είναι και ο χρόνος που δόθηκε στους ήρωες: 1 χρόνος. Η εξίσωση ενέχει μέσα της λογάριθμο, που σημαίνει μετασχηματισμό. Και οι ήρωες μετασχηματίζονται σε διάφορα αντικείμενα, όταν αλλάζει η εποχή. Ο Boltzmann αναφέρεται στο πλήθος των διαφορετικών καταστάσεων. Αυτό και αν είναι κομμάτι της ζωής μας! Θεωρώ πως η εξίσωση Boltzmann έδενε πάρα πολύ με τη λογική του έργου. Και αυτό το συνταίριασμα της φυσικής με τη ζωή είναι γοητευτικό. Άλλωστε, η ζωή μας φυσική είναι. Και αυτό προσπαθούμε να «αποδείξουμε» κιόλας στην παράσταση. Φυσικά, η εξίσωση δεν αναφέρεται πουθενά καθόλου τη διάρκεια του έργου, παρά μόνο στην αρχή που γίνεται αυτή η αποκωδικοποιήση με το πώς συνδέεται τελικά με το έργο. Για τον τίτλο με βοήθησε ένας φίλος μου, που ασχολείται με μαθηματικά και φυσική. Μου τον πρότεινε, μου τον ανέλυσε κι εγώ μετά τον αποκωδικοποίησα και τον συνταίριαξα με το έργο».

 

 Ποια είναι τα μηνύματα που περνά το έργο;

 Π.ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ: Το σημαντικότερο μήνυμα που περνά το έργο,κατα τη γνώμη μου, είναι ότι στη ζωή θα πρέπει να εκμεταλλευόμαστε κάθε ευκαιρία που μας δίνεται για να πούμε στους ανθρώπους μας όσα θέλουμε και να μην αφήνουμε το χρόνο να περνάει άσκοπα.Κανένας και τίποτα δεν είναι δεδομένο και ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει στη στροφή.


 Α.ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ: Το μήνυμα που εισπράτει καθένας από την παράσταση νομίζω είναι πολύπλευρο! Για εμένα το κυριότερο που σου περνάει το έργο είναι το να ζούμε τη στιγμή και να μην αναλωνόμαστε σε πρόσκαιρες δυσκολίες και κακοτοπιές. Να λέμε στους ανθρώπους που αγαπάμε γύρω μας τι νιώθουμε γι’ αυτούς και να κάνουμε πράξη το κλισέ που είναι όμως πέρα για πέρα αληθινό: «Ζήσε το σήμερα και άσε το αύριο».

 

 Τ. ΚΙΡΧΟΦ: «Δεν είχα καμιά πρόθεση να περάσω κανένα μήνυμα με το έργο μου. Ο σκοπός μου ήταν να γράψω ένα κείμενο που θα έκανε τον κόσμο να γελάσει, χωρίς να χρησιμοποιήσω βωμολοχίες ή εύκολα σχόλια της επικαιρότητας και πιθανόν να συγκινηθεί με τους ήρωες αν έβρισκε κοινά σημεία μαζί τους. Δεν είναι μόνο ότι είμαι πολύ μικρή ηλικιακά, αλλά γενικά είναι έξω από τη σκέψη μου ότι θα γράψω κάτι για να περάσω κάποιο μήνυμα. Μου αρκεί που όσοι φεύγουν από το θέατρο μου λένε καλά λόγια για το έργο, ότι πέρασαν όμορφα, ότι τους άρεσαν οι εναλλαγές από το γέλιο στη θλίψη και πως τους άφησε μια μελαγχολία στο τέλος, μια συγκίνηση. Το ότι μπόρεσε το κείμενό μου να προκαλέσει τόσο πολλά και αντιθετικά συναισθήματα μέσα σε μία ώρα για μένα είναι χαρά».


Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη στην εποχή που διανύουμε; Πως μπορεί να βοηθήσει η Τέχνη;

 

Α.ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ: Ο ρόλος του καλλιτέχνη είναι αυτός που ήταν πάντα νομίζω. Η Τέχνη δε έχει ανάγκη κανέναν, εμείς την έχουμε. Έτσι μέσω της προσπάθειάς μας να ανακαλύψουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, να μοιραστούμε της ανησυχίες μας και να καλύψουμε προσωπικές ανάγκες θα πρέπει να ευελπιστούμε πως όλα αυτά που εμείς ανακαλύπτουμε μέσω τις Τέχνης, θα καταφέρουν να αγγίξουν, να προβληματίσουν και να εκπαιδεύσουν το κοινό. Η Τέχνη μπορεί να βοηθήσει γιατί κρύβει μέσα της πολιτισμό αιώνων. Από την τέχνη διδασκόμαστε παιδεία και πολιτισμό! Αυτός είναι ο ρόλος της. Να μας ανοίγει τα μάτια και το μυαλό.

 

Τ.ΚΙΡΧΟΦ: «Ο ρόλος του καλλιτέχνη ήταν και παραμένει ο ίδιος: να διαπαιδαγωγήσει. Και αυτό μπορεί να γίνει με διττό τρόπο: μέσω των προβληματισμών που μπορεί να θέσει ένα κείμενο και μέσω της ενσυναίσθησης, της προσπάθειας δηλαδή για ενδυνάμωση της συναισθηματικής νοημοσύνης. Όπως καταλαβαίνεις, κατά τη γνώμη μου υπάρχουν λίγοι καλλιτέχνες, πολλοί ηθοποιοί, πολλοί μουσικοί, αλλά λίγοι καλλιτέχνες. Η τέχνη γενικά αποτελεί πάντοτε καταφύγιο, συναισθηματικό και διανοητικό. Αν με ρωτάς αν μπορεί να σώσει η τέχνη τον άνθρωπο και τον κόσμο θα σου πω πως όχι. Η τέχνη είναι ένα απάγκιο, όταν βρέχει να κρυφτείς για να μη βραχείς».

 

Π.ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ: Στη δύσκολη εποχή που διανύουμε,την οποία κατακλίζουν τα προβλήματα και η απαισιοδοξία ο καλλιτέχνης καλείται να ψυχαγωγήσει το κοινό του και να του προσφέρει μια ανάσα αισιοδοξίας μέσα από το αντικείμενο που υπηρετεί.Στην προκειμένη περίπτωση ένας ηθοποιός όπως εμείς οφείλει να δίνει τον καλύτερό του εαυτό με στόχο τη διασκέδαση του θεατή.Αυτός είναι άλλωστε και ο απώτερος σκοπός της τέχνης.

 

 Η Τέχνη είναι στρατευμένη να υπηρετεί το ρυθμό της κοινωνίας ή λειτουργεί ανεξάρτητα από αυτήν;

Τ.ΚΙΡΧΟΦ: «Αναλόγως τι σκοπό έχεις. Συνήθως τα άχρονα έργα διαρκούν περισσότερο. Όσοι καταπιάνονται με σταθερές και δεν επηρεάζονται απαραίτητα από τους καιρούς μένουν αθάνατοι. Δες τους τραγικούς για παράδειγμα. Αλλά θεωρώ πως τα σύγχρονα με την εποχή τους κείμενα μπορούν να μιλήσουν περισσότερο στους ανθρώπους σε περιόδους κρίσιμες, όπως η δική μας. Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη μεν να ξεκουραζόμαστε από την καθημερινότητα, αλλά παράλληλα έχουμε και ανάγκη να λυτρώνομαστε μέσα σε αυτήν. Οπότε θεωρώ πως κάποιος ανάλογα με αυτό που θέλει να ακολουθήσει μπορεί να καταπιαστεί είτε με τη στρατευμένη μορφή είτε ανεξάρτητα από αυτήν».

 

Π.ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ:  Στις μέρες μας η τέχνη, ως επι το πλείστον,βαδίζει παράλληλα με το ρυθμό της κοινωνίας και πολλές φορές θίγει ζητήματά της.Αυτό όμως δεν είναι απόλυτο καθώς υπάρχουν εξίσου πολλές περιπτώσεις που η τέχνη σε οδηγεί σε μονοπάτια που δεν έχουν σχέση με την επικαιρότητα αλλά αγγίζουν άλλες πτυχές της ζωής.Στην τέχνη όλα επιτρέπονται.

 

Α.ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ: Σίγουρα πολλοί μπορούν να δουν την Τέχνη ως ένα μέσον για να επιτύχουν στόχους τους. Θεωρώ πως σε βάθος χρόνου όλοι αυτοί χάνονται και σβήνουν. Η πραγματική Τέχνη μένει στο χρόνο και δε στρατεύεται. Τα πάντα κρίνονται εν τέλει από το χρόνο, έτσι κατά την άποψή μου θεωρώ πως η Τέχνη πρέπει να λειτουργεί ανεξάρτητα από όλα!

 

Πόσο εύκολος ή δύσκολος είναι ο βιοπορισμός μέσα από την Τέχνη,με δεδομένο τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε;

 Π.ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ: Το να βιοπορίζεται κανείς μέσα απ'την τέχνη δεν ήταν ποτέ εύκολο γιατί εκ των πραγμάτων πρόκειται για ένα επάγγελμα με αβέβαιο μέλλον.Παρ' όλα αυτά, υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν καλλιτέχνες με αυτή,ως αποκλειστικό τους εργασιακό αντικείμενο.Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε όμως,σίγουρα χρειάζεται να έχει κανείς εναλλακτικούς τρόπους βιοπορισμού ώστε να αποφεύγει τις ανεπιθύμητες εξελίξεις.

 

 Α.ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ: Ο βιοπορισμός τείνει να γίνει γενικότερα δύσκολος! Σίγουρα όποιος κάνει Τέχνη για να βιοποριστεί δεν νομίζω πως θα καταφέρει ούτε να βιοποριστεί, ούτε τελικά να κάνει κάτι διαχρονικό, γιατί ο βιοπορισμός απαιτεί εκπτώσεις και συμβιβασμούς.

 

 Τ.ΚΙΡΧΟΦ: «Πάντα ο βιοπορισμός μέσα από την τέχνη ήταν δύσκολος. Απλώς οι δύσκολοι καιροί δυσκολεύουν παραπάνω τα πράγματα. Δε γνωρίζω κάποιον ηθοποιό του θεάτρου κυρίως που να έβγαζε αρκετά χρήματα από το θέατρο. Η τηλεόραση κάποτε είχε άλλες απολαβές, ίσως και ο κινηματογράφος. Αλλά πλέον, διανύουμε μεγάλη ύφεση, οπότε τα πράγματα αν ήταν δύσκολα μια φορά έγιναν δύσκολα εις το τετράγωνο. Προσωπικώς, δε με εκπλήσσει καθόλου όλο αυτό. Για μένα ο ηθοποιός δεν είναι επάγγελμα. Είναι χόμπυ. Και ως τέτοιο το αντιμετωπίζω, όχι μόνο για βιοποριστικούς λόγους, αλλά και γιατί πιστεύω ότι όσο περισσότερο διατηρούμε την αγνή και παιδική μας επαφή με το θέατρο, τόσο πιο δημιουργικοί γινόμαστε. Όταν μπαίνει το άγχος του βιοπορισμού αυτομάτως γίνονται εκπτώσεις. Παίζεις στο τάδε σήριαλ για να πληρώσεις το νοίκι. Επειδή δε θα ήθελα να μου συμβεί κάτι τέτοιο, και γιατί θεωρώ πως φθείρεται έτσι η δημιουργικότητά σου, αποφάσισα να περάσω στο πανεπιστήμιο για να έχω εναλλακτικές. Να είμαι ελεύθερη να επιλέγω. Να μη χρειάζεται να δουλέψω στο οτιδήποτε μόνο και μόνο για να πληρώνω τα έξοδά μου. Και αυτή η πεποίθησή μου με τον καιρό ισχυροποιήθηκε περισσότερο για αυτό μετά τις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές μου σπουδές στην Ψυχολογία, συνεχίζω φέτος σε διδακτορικό επίπεδο να ασχολούμαι με τη Νευρολογία».

 

 

 Τελος, ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε πως " όταν οι κριτικοί διαφωνούν μεταξύ τους, τότε ο καλλιτέχνης είναι σύμφωνος με τον εαυτό του". Εσείς πόσο σίγουροι είστε με τον εαυτό σας και με αυτό που κάνετε;

 

Α.ΤΣΕΛΕΠΙΔΑΚΗΣ: Προς το παρόν δεν έχω βρεθεί στο στόχαστρο κριτικών. Έτσι η όποια μου απάντηση είναι εκ του ασφαλούς. Έτσι αρχικά είμαι πολύ σίγουρος για τον εαυτό μου και για αυτό που κάνω μιας και για να ασχοληθώ με το θέατρο, εν μέρει παράτησα όλη την υπόλοιπη ζωή μου! 

 

Π.ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ:  Ο κάθε ηθοποιός οφείλει να δέχεται την κάθε κριτική χωρίς να τον επηρεάζει σε αυτό που κάνει.Οι κριτικές δεν παύουν να είναι υποκειμενικές απόψεις και είναι αναμενόμενο και ίσως επιθυμητό να διαφέρουν μεταξύ τους.Προσωπικά,πιστεύω πως διαθέτω την απαραίτητη σιγουριά που οφείλει στον εαυτό του να έχει κάθε καλλιτέχνης αφήνοντας πάντα ανοιχτά τα περιθώρια βελτίωσης και εξέλιξης αυτού που κάνω.

 

 Τ.ΚΙΡΧΟΦ: «Όταν πήγαινα στη δραματική υπήρχαν δύο κατηγορίες συμφοιτητών μου: αυτοί που με λάτρευαν γιατί με θεωρούσαν έναν άνθρωπο με αυτοπεποίθηση και αυτοί που με μισούσαν γιατί με θεωρούσαν ψωνάρα. Πιστεύω στις δυνατότητές μου, πιστεύω στην παράστασή μας, πιστεύω στο κείμενό μου, πιστεύω στα άλλα παιδιά. Αλλά κρατάω σα φυλακτό τα λόγια της Λαμπέτη «ό,τι κι αν έχεις, αν δεν το δουλέψεις, αν δε μοχθήσεις να το καλλιεργήσεις πάει χαμένο. Είναι κατάρα ό,τι σου δίνεται και δεν το δουλεύεις».