Urban Futures: Πόσο προκλητική μπορεί να γίνει η Αθήνα;
Καίτοι η Ευρώπη θεσμικά ασθενεί, «μικρά» ενδοκοινοτικά grassroot γεγονότα μεταξύ ευρωπαίων φοιτητών, φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη φαντασία και τόλμη, σε σημείο να νιώθει κανείς σίγουρος ότι μαζί θα τα καταφέρουμε, γιατί ο ένας έχει κάτι άλλο να δώσει πολιτισμικά στον άλλο.
Αν μπορούσε να φανταστεί κανείς το ευρωπαϊκό δημιουργικό γραφείο του μέλλοντος, μάλλον κάπως έτσι θα ήταν. Σχέδια, μακέτες, παρουσιάσεις σε σπασμένα αγγλικά, και τριγύρω επαγγελματίες από κάθε ευρωπαϊκή γωνιά να δουλεύουν πάνω σε κάτι.
Το Urban Futures έπιασε το νόημα.

Urban Futures είναι ο τίτλος των εργαστηρίων (workshop) αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας που οργανώνονται συστηματικά από το 2007, απευθυνόμενα σε Γάλλους και Γερμανούς τελειόφοιτους σπουδαστές αρχιτεκτονικής.
Η θεματολογία των εργαστηρίων κινείται γύρω από τις περιοχές μετεξέλιξης των μητροπολιτικών συγκροτημάτων και επικεντρώνονται σε θέματα ελεύθερων χώρων, συγκοινωνιών, κατοικίας κ.α. Πρόκειται για εντατικές σχεδιαστικές εμπειρίες, εβδομαδιαίας διάρκειας, με πειραματικές μεθόδους και στόχους. Με άλλα λόγια, φρέσκα νεανικά μυαλά συσκέπτονται και συνεργάζονται εντατικά για μία εβδομάδα, με σκοπό να φέρουν νέες ιδέες στην ύπαρξη.
Η τελευταία συνάντηση του Urban Futures, έλαβε χώρα τον περασμένο Νοέμβριο στο αθηναϊκό Πάρκο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης «Α. Τρίτσης», το οποίο έγινε για πρώτη φορά αντικείμενο διεθνούς μελέτης.
Συγκεκριμένα, 60 Γάλλοι, Γερμανοί και Έλληνες φοιτητές από την Αρχιτεκτονική Σχολή Paris – Malaquais του Παρισιού, τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Duisburg – Essen στο Ντούισμπουργκ, τη Σχολή Πολεοδόμων του Πανεπιστημίου Dortmund στην ομώνυμη Γερμανική πόλη και την Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, φαντάστηκαν το ελληνικό πάρκο κάπως διαφορετικά… Για εμάς τους Έλληνες, ήταν μία ευκαιρία να δούμε, τι θα έκαναν στη θέση μας και πως θα φαντάζονταν οι «ξένοι» το χώρο μας.

Τι αποκαλύπτει άραγε ένα τοπίο για τους κατοίκους του;
Κατά τη διάρκεια του διήμερου εργαστηρίου, παρατηρώντας τους φοιτητές, πολλά ανησυχητικά ερωτήματα με βασάνισαν. Ποια είναι άραγε η σχέση των Ελλήνων με το δημόσιο χώρο και το τοπίο που τους περιβάλλει; Μπορούν άραγε οι αρχιτέκτονες να ερεθίσουν τα μυαλά των Αθηναίων;
Τοπίο = η σχέση του πολιτισμού με το αντίθετο του, αυτό που είναι φυσικό.
Το αθηναϊκό τοπίο δε βρίσκεται και στα καλύτερά του … όμως δεν παύει όπως εξήγησε ο αναπληρωτής καθηγητής του Πολυτεχνείου κ. Κώστας Μωραίτης, να διαπερνά το σύνολο της ευρωπαϊκής ιστορίας.
«Δε γίνεται αντιληπτό γιατί έχουμε έλλειψη παιδείας σε αυτά τα θέματα. Η Αναγέννηση, ονομάζεται έτσι γιατί είναι μία αναφορά πολιτισμική σε κάτι που είναι πριν από αυτή (ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα). Δεν είναι όμως μία καλλιτεχνική αναφορά αλλά μια πολιτική αναφορά. Αυτό οι Έλληνες δεν το έχουμε καταλάβει. Το τοπίο της Αθήνας δεν είναι μία φυσική πραγματικότητα αλλά μία πολιτισμική πραγματικότητα.
Το τοπίο είναι μία πολιτισμική επεξεργασία του τόπου, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο μία κοινότητα πολιτισμική, αντιλαμβάνεται τον τρόπο ζωής , τα φυσικά και δομικά στοιχεία, ο τρόπος με τον οποίο τα καταγράφει, πχ σε ζωγραφικές αναπαραστάσεις, ο τρόπος που τα εντάσσει στην λογοτεχνία της και ο τρόπος που τα κατασκευάζει. Το τοπίο λοιπόν δεν είναι ο φυσικός και δομικός τόπος από μόνος του, αλλά είναι ο τρόπος που το αντιλαμβάνεται και το επεξεργάζεται πολιτισμικά μία κοινότητα. Τα Μακρά τείχη, είναι σημαντικά για την Ευρώπη γιατί ο χώρος της Αθήνας, αποτελεί ακριβώς το βασικό στοιχείο αναφοράς στην αρχαία ελληνική δημοκρατία, βάσει της οποίας, συγκροτείται υποθετικά το καινούριο δημοκρατικό αστικό πολίτευμα στην Ευρώπη με τη Γαλλική Επανάσταση και με το Διαφωτισμό. Επομένως, η παρουσία της Ελλάδας για τους δυτικούς, είναι εξαιρετικά σημαντική πολιτικά και τοπιακά, γιατί το τοπίο αποτελεί το επ-οπτικό στοιχείο αναφοράς, σε αυτό τον πολιτικό συσχετισμό».

Κώστας Μωραΐτης
Έχει νόημα αυτή η ιστορία;
Το αθηναϊκό τοπίο δε βρίσκεται και στα καλύτερά του… όπως και οι άνθρωποι που το διαμορφώνουν και ζουν μέσα σε αυτό. Το τόνισε ο συγκοινωνιολόγος, καθηγητής του Πολυτεχνείου, κ. Θάνος Βλαστός, «το κοινωνικό περιβάλλον της Αθήνας, είναι εξαιρετικά σαστισμένο και αυτή τη στιγμή, πολύ εχθρικό σε οτιδήποτε θα άλλαζε αυτά που έχει συνηθίσει να βλέπει. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε μία κοινωνία δύσκολη, αρνείται τα πάντα, κάθε νέα ιδέα».
Όμως οι ξένοι καθηγητές δεν είχαν την ίδια άποψη, «οι δύσκολες συνθήκες δεν μπορούν να είναι δικαιολογία για απραξία», σχολίασε ο Γάλλος καθηγητής Μarc Armengaud, από την Αρχιτεκτονική σχολή του Paris- Malaquais.

Ο εμπνευστής των URBAN FUTURES είναι ο Έλληνας Προϊστάμενος του Γραφείου αρχιτεκτονικής έρευνας του Γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού και καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Παρισιού, Paris-Malaquais, κ. Πάνος Μαντζιάρας, ένας άνθρωπος τον οποίο η κρίση δεν τον τρομάζει.
«Το νέο Λονδίνο σχεδιάστηκε στα υπόγεια την ώρα που βομβαρδιζόταν».
Μου “ξέκοψε” εξ αρχής, ότι δεν πρόκειται για ένα ξέσπασμα αισιοδοξίας, …με την ελληνική έννοια του όρου. «Υπάρχει πείσμα, επιμονή και υπομονή. Δώσε χρόνο στο χρόνο να δουλέψει η ιδέα σου και μην κάθεσαι ποτέ. Αυτό που έμαθα στην Ευρώπη, -το χαρακτηριστικό που δεν το αναφέρουμε σχεδόν ποτέ οι Έλληνες-, λέμε για πειθαρχία, οργάνωση κτλ, όμως το μοναδικό χαρακτηριστικό που τους ξεχωρίζει από εμάς, είναι η επιμονή τους, η λεγόμενη stamina. Οι «ξένοι» έχουν αντοχή στο χρόνο, δεν αφήνουν μία ιδέα που έχουν στο μυαλό τους, είτε είναι ατομική είτε συλλογική, η κοινωνία κινείται συλλογικά προς μία ιδέα για χρόνια, δεν την ξεχνάει».
«Η έννοια του project άλλωστε, είναι ένα θέμα χρόνου, είναι ο έλεγχος της ύλης μέσα στο μακρόχρονο διάστημα. Αυτό πρέπει να μάθουμε και να το σπουδάσουμε στην Ελλάδα. Αυτό προσπαθούμε να δείξουμε εδώ με τα παιδιά, να τους δείξουμε ένα πεισματικό τρόπο να δουλεύουν με τα πράγματα, ευχάριστο. Και όταν λέμε πείσμα δεν εννοούμε κόλλημα, μίζερο, εννοούμε ευχάριστο, μπορείς να είσαι χαμογελαστός και να είσαι πεισματάρης!»
Οι θέσεις του «προκαλούν».
-Ποια είναι τα όρια της αντοχής στο χρόνο με αυτό που απλά δε λειτουργεί;
-«Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δεν υπάρχει δε λειτουργεί, αυτό δεν πρέπει να υπάρχει στο λεξιλόγιο μας. Θα λειτουργήσει, δε ξέρεις πότε, αλλά θα λειτουργήσει. Βέβαια δουλεύεις γι αυτό, λίγο από εδώ, λίγο από εκεί. Η κοινωνία είναι ένας οργανισμός σύνθετος, που πάει προς μία κατεύθυνση, δεν είναι ένα τυχαίο πράγμα. Γι αυτό και οι πολιτικοί θα έπρεπε να είναι διορατικοί. Αυτό μου έλεγε η Γερμανίδα συνάδελφος. Εμείς οι Γερμανοί, όταν ξεκινούμε ένα εγχείρημα, ξέρουμε που θέλουμε να φτάσουμε και μετά κάνουμε την ανάποδη διαδικασία. Για να φτάσουμε εκεί, τι χρειάζεται και έτσι φτάνουμε μέχρι το σήμερα. Αυτή είναι η γενικότερη κουλτούρα του προτζεκτ. Το «ε! και τι να κάνουμε;» είναι μία νοοτροπία που λίγο θα τη βρείτε στο εξωτερικό».
Καθότι ενορχηστρωτής του Uraban Futures που έπρεπε να ελέγχει τα πάντα, στο τέλος του εργαστηρίου, καθίσαμε στο πεζούλι ενός από τα μικρά γραφικά κτίρια που βρίσκονται μέσα το Πάρκο και ενόσω τον πλησίαζαν πότε πότε οι Γάλλοι φοιτητές του, άρπαξα την ευκαιρία να τον ρωτήσω δύο πραγματάκια…
«Όλο το Urban Futures είναι μία προσωπική πρωτοβουλία. Συμμετείχα σε αρκετά ευρωπαϊκά workshops και παλιότερα, αλλά κάποια στιγμή, όταν πήρα τη θέση στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Paris-Malaquais, αποφασίσαμε με τον Αlexander Schidt,* να βάλουμε μπρος αυτή την Γαλλογερμανική συνεργασία.
Γίνεται μία φορά στη Γαλλία και μία φορά στη Γερμανία και για πρώτη φορά βγαίνουμε εκτός των δύο χωρών. Πέρυσι, σκέφτηκα ότι θα ήταν μια ευκαιρία να κάνουμε κάτι σε μία άλλη χώρα. Έπρεπε να βρούμε και χρήματα, έτσι ξεκίνησε η διαδικασία του fundraising. Το γαλλικό και το γερμανικό ινστιτούτο στην Αθήνα βοήθησαν. Μέσω των Πρεσβειών προωθήθηκε στην ευρωπαϊκή οργάνωση Εlysee για να πάρει χρήματα και μετά το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και Γερμανικό Ινστιτούτο Γκαίτε συμμετείχαν και μας βοήθησαν».

Πάνος Μαντζιάρας, εμπνευστής των Urban Futures
Το έντονο ενδιαφέρον των ξένων οργανισμών για την Ελλάδα, δεν είναι τυχαίο. Ο κ. Μαντζιάρας εξηγεί πως οι άνθρωποι που ζουν στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, ενδιαφέρονται για το τι γίνεται αλλού. «Αν και έχουν αποικιοκρατικό παρελθόν, τους έχει μείνει ένας αυτοματισμός στη σχέση με τον παγκόσμιο χώρο, ενδιαφέρονται μονίμως και εξ ορισμού για το τι γίνεται αλλού. Αυτό πρέπει να γίνει και στην Ελλάδα, θα πρέπει να πάψουμε να ενδιαφερόμαστε μόνο για το τι συμβαίνει εδώ, ας ενδιαφερθούμε για το Βέλγιο, να κάνουν Έλληνες τη διπλωματική τους για την Αμβέρσα, όχι για την Αθήνα.
Έχουμε προβλήματα στην Αθήνα, πολλά, αλλά μόνο αν βγούμε και κάνουμε το πέρα δώθε, θα δούμε άλλα πράγματα, θα γυρίσουμε με φρέσκα μυαλά και θα χουμε ξεμπλοκάρει από τον ελληνικό κομπλεξισμό». Ο κ. Μαντζιάρας επιμένει, «σκοπός δεν είναι να περιμένουμε να έρθουν οι άλλοι να μας πούνε τι να κάνουμε, αλλά να μάθουμε οι ίδιοι τι κάνουμε, να μάθουμε να δουλεύουμε συστηματικά και να διεθνοποιήσουμε τα προβλήματα μας».
«Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι έρχονται και στην Ελλάδα, γιατί η Ελλάδα είναι από άποψη πραγματική και διανοητική, πάρα πολύ ενδιαφέρουσα χώρα λόγω της κρίσης. Ειδικά οι Γάλλοι που έχουν ιδιαίτερη κοινωνική συνείδηση, λένε, «αα! Θα φτάσει και σε μας», οι Γερμανοί αρχίζουν τώρα και το ψυλλιάζονται. Όμως, μια κρίση έχει από πίσω της δημιουργικά στοιχεία. Πρέπει να κάνουμε μία εκπομπή όπου θα δείχνουμε τι έχει γίνει κάθε φορά σε όλο τον κόσμο που έχει συμβεί μία κρίση. Πόσο σημαντικό και δημιουργικό σημείο είναι. Οι ιστορικοί τα ξέρουν αυτά, μπορούν να μιλήσουν…»
«''Δε γίνεται να τα περιμένουμε όλα από τους ξένους, εδώ τα παιδιά ξενύχτησαν δεν κοιμήθηκαν, γιατί; Πώς θα δείξουμε εδώ ότι μπορούμε να κάνουμε πράγματα, πως θα δείξουμε ότι είμαστε σε εγρήγορση; Θέλει πολύ ενέργεια να ξεπεράσεις αυτή την ιστορία της κρίσης. Αλλιώς είμαστε σαν τους Αιτινούς μετά το σεισμό, που κάθονταν πάνω στα ερείπια και τραγουδούσανε…
Αν δεν είμαστε συνεχώς σε φάση αλβανικού πολέμου ψυχολογικά, θα μας πάρει από κάτω. Οι ξένοι που λέμε, είναι σε όλη τους τη ζωή σε κατάσταση αλβανικού πολέμου, γιατί ανά πάσα στιγμή για παράδειγμα οι Ολλανδοί, μπορεί η θάλασσα να τους φάει. Γι αυτό πάνε μπροστά οι άνθρωποι και όχι επειδή είναι πιο έξυπνοι''.
Πρέπει να ξεσηκώσουμε το σύστημα από πιο βαθιά! Πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε πλέον οι Έλληνες για την Ελλάδα, να κάνουμε workshops αλλού, να μαθητεύσουμε αλλού».
Ο κ. «Urban Futures», διακρίνει πως οι ξένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ικανότητες πολύπλοκής οργάνωσης και πολύ μεγαλύτερης από εμάς. «Εμείς κάνουμε πράγματα σε μικροκλίμακες, τύπου οπισθοδρομική κομπανία». «Μια χώρα που τιμάει τον Τσιτσάνη, δεν μπορεί να συναγωνιστεί εύκολα μία χώρα που τιμάει τον Μπετόβεν. Ποια είναι η διαφορά; Ο Τσιτσάνης ήταν μία ατομική περίπτωση, μόνος του με ένα μπουζούκι, ενώ ο Μπετόβεν έκανε χορωδίες 150 ατόμων. Τι σημαίνει αυτό; Αντίστοιχη είναι και η κρατική μας ικανότητα. Όμως, η ευρωπαϊκή μας εμπειρία είναι εμπειρία μεγάλων ορχηστρών. Όλα είναι τόσο σύνθετα, που και γι αυτό μπορούν να κάνουν σύνθετα πράγματα. Πρέπει όλοι να καταλάβουμε πως άπαξ και έχεις μία πόλη 4 μισή εκατομμυρίων, δεν λειτουργεί με μυαλό οπισθοδρομικής κομπανίας. Πρέπει να λειτουργήσει με ρυθμό φιλαρμονικής του Βερολίνου, δηλαδή πολύ σύνθετη».
«Και κάτι ακόμα που οι Έλληνες δε συνειδητοποιούμε, η Αθήνα {μας}, αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρουσα και να προκαλεί το παγκόσμιο ενδιαφέρον εξαιτίας της κρίσης και όπως τόνισαν οι καθηγητές, η υπόθεση της δυσκολίας… είναι προϋπόθεση για τα project. Άλλωστε ξέρεις, το νέο Λονδίνο, σχεδιάστηκε στα υπόγεια της πόλης, την ώρα που το Λονδίνο βομβαρδιζόταν…»
Το ξένο μάτι δεν έπεσε έξω…

Έλληνες και ξένοι καθηγητές
Καθ’ όλη τη διάρκεια του εργαστηρίου, με απασχολεί το εξής, «μα ο Έλληνας έχει προβληματική σχέση με το Κράτος και με το δημόσιο χώρο».
Ο Γάλλος Μarc Armengaud, συνάδελφος του κ. Μαντζιάρα, στην Αρχιτεκτονική σχολή του Paris-Malaquais, αγαπάει την Ελλάδα, αναγνωρίζει όμως ότι «χρειάζεται να οικοδομήσουμε μία νέα έννοια / στάση για το δημόσιο χώρο, μια διαδραστικότητα. Όποιες και αν είναι οι δυσκολίες, τα εγχειρήματα, ποτέ δεν σταματάνε. Η προοπτική της αλλαγής και της μετατροπής, δε σταματάει όποιες και αν είναι οι συνθήκες. Οι συνθήκες πρέπει να αντιμετωπιστούν κατάματα».

Μarc Armengaud
Πολλά από τα σχέδια των ξένων φοιτητών ήταν εντυπωσιακά, με πολλούς καινοφανείς συνδυασμούς, όπως η μακέτα μιας ομάδας που σκέφτηκε και παρουσίασε το Πάρκο Τρίτση σαν κομμάτι από ένα περιδέραιο όπου σχηματίζεται λαμβάνοντας υπόψη και άλλα μέρη της Αθήνας.

Για τους Έλληνες φοιτητές του Πολυτεχνείου, το εργαστήριο ήταν μία έκπληξη. «Πέντε μέρες τώρα δεν έχουμε κοιμηθεί! Πολιτικοί μηχανικοί, landscape αρχιτέκτονες, μία εμπειρία που αξίζει να τη ζει κανείς». «Υπήρχε μία μείξη ειδικοτήτων και βγήκε κάτι πάρα πολύ ωραίο. Το κλίμα αντιπροσωπεύει αυτό που θα συναντήσουμε όλοι μόλις βγούμε από τις σχολές και θα συνεργαζόμαστε με ξένους ανθρώπους, δε θα είναι οι φίλοι μας από τη Σχολή και θα πρέπει να επιβιώσουμε στον ίδιο εργασιακό χώρο».
«Η διαφορά νοοτροπίας με τους ξένους υπάρχει ως προς το πώς αντιμετωπίζουμε το πράσινο, ενώ οι αντιθέσεις ήταν ως προς την αντίληψη του χώρου που έχουμε σαν το αστικό κοινό. Πικρή συνειδητοποίηση: «Δεν νομίζω πως αυτοί θα είχαν ένα τόσο μεγάλο πάρκο, με τόση περιβαλλοντική αξία τόσο εγκαταλειμμένο» μου λέει η Μαρία Καραφύλλη, τελειόφοιτη του τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Ο αναπληρωτής καθηγητής κ. Κώστας Μωραίτης, συμπληρώνει πως το Πολυτεχνείο «σκέφτεται», όμως δεν είναι Υπουργείο και σίγουρα όχι η ελληνική κοινωνία. «Το Πολυτεχνείο βλέπει αυτή τη μακροκλίμακα της Αθήνας, βλέπει πως αυτοί οι διάφοροι χώροι μπορούν να συνδεθούν και πως πρέπει όλα αυτά να γίνουν με σεβασμό και ανάδειξη της ιστορίας της Αθήνας. Το Πάρκο ενδιαφέρεται; Οι Φορείς συνεργάζονται; Οι θεσμοί το επιτρέπουν;»
Αυτό που κάνει την Αθήνα να φαίνεται ακατάστατη είναι και αυτό που την έκανε πολύ ενδιαφέρουσα για τους ξένους φοιτητές
Το διήμερο που πέρασα στο Πάρκο Τρίτση, αναπόφευκτα, εκτέθηκα στη διαφορά πρόσληψης μίας κοινωνίας του όρου REPUBLICA (ετυμολογικά από τις λατινικές λέξεις res που σημαίνει «πράγμα» και τη λέξη public, που σημαίνει «δημόσιο») και μάλλον συνειδητοποίησα γιατί δεν αντιστοιχεί η ευρωπαϊκή «republica» στην ελληνική πραγματικότητα. Έχει ο Έλληνας διαταραγμένη σχέση με το «δημόσιο πράγμα-χώρο»;
Ο Steven Melemis, ελληνικής καταγωγής, είναι καθηγητής και αυτός στην αρχιτεκτονική Σχολή του Paris – Malaquais και επισκέπτεται συχνά την Ελλάδα.
«Εδώ οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές από οπουδήποτε στην Ευρώπη. Υπάρχει μία εντελώς διαφορετική κουλτούρα στην Ελλάδα που μας υποχρεώνει σχεδόν, να σκεφτούμε διαφορετικά από τις εμπειρίες που έχουμε στην υπόλοιπη Ευρώπη».
Ο κ. Melemis, εξηγεί πως όσον αφορά την κρίση, η οικονομία και ο δημόσιος χώρος είναι πάντα συνδεδεμένα με το τοπίο. «Ποιος φροντίζει το δημόσιο χώρο, τους κήπους;»
Υποσυνείδητα, οι φοιτητές του, ενδιαφέρθηκαν για το τι υπάρχει, τι περιβάλλει το πάρκο αλλά και τι υπάρχει μέσα σε αυτό, εν μέσω κρίσης. «Πως ζουν οι άνθρωποι, πώς μπορούν να επωφεληθούν όσοι ζουν γύρω από αυτό, πώς το πάρκο μπορεί να τους κερδίσει και να αναμειχθούν στα του πάρκου», «η κρίση έκανε πιο επείγων να σκεφτούμε στα άκρα».
Ο καθηγητής, τόνισε πως πρέπει οι αρχιτέκτονες να αποφύγουμε την τακτική της αντιγραφής, «τι έκαναν οι άλλοι στο εξωτερικό».
«''Αυτό που είναι πιο σημαντικό, είναι να παρατηρήσουμε, τις ειδικές πρακτικές, τις συνήθειες των αυτοχθόνων, τι ξέρουν οι άνθρωποι, πώς εκείνοι περιποιούνται τους κήπους και τους φράχτες τους, πώς κάθονται να πιουν ένα καφέ, αυτά πρέπει να μας ενδιαφέρουν πολύ πιο πολύ από τα κτίρια και την κληρονομιά. Το τοπίο μίας χώρας, είναι ο χώρος, ο τόπος όπου οι άνθρωποι κάθονται και ζουν μαζί και μορφοποιείται από τις πράξεις τους. Γι αυτό και κατά τη γνώμη μου, είναι λάθος να προσκολούμαστε στο παρελθόν και να συρρικνώνουμε το ερώτημα στην κληρονομιά, στο παρελθόν και στη διατήρηση των κτιρίων''».
«Χρειάζεται να ενδιαφερθούμε, να εστιάσουμε στην τοπική κουλτούρα με ένα βαθύτερο τρόπο: ένα από τα θέματα που πιστεύω είναι πιο παρών από ποτέ, είναι η έννοια του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα. Κάτι που στη Γαλλία εμφανώς υπάρχει, ενώ εδώ δε λειτουργεί. Στη Γαλλία ο διαχωρισμός μεταξύ του χώρου του Κράτους και μεταξύ της οικογένειας για παράδειγμα, είναι απόλυτα ξεκάθαρος και όλη η γαλλική κοινωνία έχει δομηθεί πάνω σε αυτό. Όμως παίρνοντας ένα μοντέλο «δημοσίου χώρου» μίας άλλης κοινωνίας ή της ιδέας του πως οι πολίτες μίας κοινωνίας εμπλέκονται στην «κοινή» ζωή και το εφαρμόσουμε σε μία άλλη κοινωνία, είναι ένα λάθος, να νομίσουμε δηλαδή ότι πρέπει να πάρουμε ένα μοντέλο και το βάλουμε κάπου αλλού. Πρέπει να αντιληφθούμε ποια είναι η σύλληψη της ίδιας της τοπικής κοινωνίας για το τι αποτελεί δημόσιο χώρο και στην Ελλάδα υπάρχει κάτι το περίεργο στον τρόπο που τα πράγματα διαπραγματεύονται και ένας τρόπος όπου οι άνθρωποι συναισθάνονται μόλις «καταλάβουν» ένα χώρο, τον κατοικήσουν, τότε μπορούν να αρχίσουν να τον περιποιούνται. Κάτι τέτοιο δε συμβαίνει στη Γαλλία».
«Εκεί, υπάρχει ένα δημόσιο άρωμα το οποίο είναι απόλυτα ξεχωριστό από τον ιδιωτικό χώρο. Στην Αθήνα, μπορεί να δει κανείς όμορφα σπίτια αλλά πέρα από το φράχτη να μην είναι περιποιημένος ο χώρος. Υποθέτω πως αυτό μπορεί να είναι ένα πρόβλημα όμως μπορεί να είναι και ένα σημάδι ότι ο χώρος πρέπει να τον αναλογιστεί κανείς διαφορετικά, τι ανήκει σε εμένα και τι ανήκει σε εσένα».

Steven Melemis
Θυμίζω στον κ. Melemis, τη σχέση του Έλληνα με το δημόσιο χώρο, τι είναι δημοκρατία και τι respublica, δηλαδή, πώς έγινε η πρόσληψη του όρου δημοκρατία από τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς και αν εν τέλει, αν κάτι τέτοιο στέκει, πώς αποκρυσταλλώνεται στο αθηναϊκό τοπίο.
«Το παράδοξο είναι ότι η ιδέα του δημοσίου χώρου πρωτογεννήθηκε εδώ, στην Ελλάδα, πήγε κάπου αλλού όπου αναπτύχθηκε διαφορετικά και γυρνάει πίσω στην Ελλάδα, όπου όταν πρέπει να κάνουμε μεγάλα έργα παίρνουμε ευρωπαϊκά μοντέλα. Αναρωτιέμαι μήπως μπορούμε να βρούμε άλλες διαδικασίες που να ταιριάζουν στους Έλληνες και σε αυτό που είναι οι Έλληνες».
Τον ρωτάω που κατατάσσει την Ελλάδα, Δύση ή Ανατολή; «Είναι και τα δύο, είναι σε αυτή τη ζώνη. Και το νιώθεις πολύ έντονα στο Πάρκο Τρίτση. Το ότι τα πράγματα διαπραγματεύονται εδώ μέχρις ορίων, με ένα όχι ξεκάθαρο τρόπο ή τουλάχιστον όπως στη Γαλλία, που ξέρεις για τι είναι αρμόδια η δημοτική αρχή και για τι η Περιφέρεια και υπάρχει ένα όριο μεταξύ τους όπου δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Εδώ τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά και παρατηρώ ότι οι φοιτητές έχουν ενθουσιαστεί με αυτό μιας και δεν μπορούν να το φανταστούν να συμβαίνει εκεί απ όπου προέρχονται…»
Για ποια διαπραγμάτευση πρόκειται;
«Ότι είναι να συμβούν σημαντικά πράγματα σε ένα μεγάλο δημόσιο χώρο, τα οποία δεν είναι αυστηρώς ελεγχόμενα και αποφασισμένα από διοικητικές και πολιτικές διεργασίες. Όμως η κάθε χώρα έχει τους κώδικες της. Αυτό που κάνει την Αθήνα να φαίνεται ακατάστατη είναι και αυτό που την κάνει πολύ ενδιαφέρουσα για μένα και τους φοιτητές. Μπορεί να παραπονιόμαστε για το πόσο άσχημα φαίνονται τα κτίρια γύρω από το πάρκο όμως την ίδια στιγμή μένουμε έκπληκτοι από τον αυτοσχεδιασμό και την τοπική εφευρετικότητα.
Ξέρεις, υπάρχει ολόκληρη γαλλική θεωρία στα τέλη του ‘70 που υποστήριζε ότι τείνουμε να ξεχνάμε την εκπληκτική ικανότητα των ανθρώπων να ξεφεύγουν από το θεσμικό πλαίσιο όταν δεν τους ταιριάζει, ή αυτό το πλαίσιο δημιουργεί συνθήκες ζωής που δε λειτουργούν και έτσι οι άνθρωποι δημιουργούν μικρολύσεις που «περπατούν» γι αυτούς. Και στην Ελλάδα υπάρχει πολύ από αυτό!»

οι ξένοι φοιτητές επί το έργο
«Μπορώ να το δω ακόμα και καθώς περπατάω στους ελληνικούς δρόμους. Ένας αρχιτέκτονας, μπαίνει σε πειρασμό να αντιγράψει κάτι από αυτά έστω και αν αυτά την ίδια στιγμή είναι ακατάστατα ή όχι και τόσο καλά συνειδητοποιημένα! Το να έχει κανείς ξένους φοιτητές εδώ, είναι καλό διότι έχουν ένα πιο ευγενικό μάτι απ ότι οι ντόπιοι φοιτητές αρχιτεκτονικής. Για εμάς εδώ, αυτά που συμβαίνουν είναι εξωτικά, είμαστε πιο ευαίσθητοι ως προς αυτά και μπορούμε να διακρίνουμε πιο πολλές λύσεις. Η Αθήνα είναι ενδιαφέρουσα, υπάρχει πάντα κάτι να δεις, κάτι να παρατηρήσεις. Η προβληματική πλευρά της Αθήνας μπορεί να είναι προσόν…»

Ο κ. Scmidt για λόγους υγείας δεν μπόρεσε να έρθει στην Αθήνα








